
Ξέρεις τι δυστυχία είναι να μη σου αρέσει η πόλη που έζησες σχεδόν
όλη σου τη ζωή και που αγάπησες σχεδόν όσο και τα χώματα που
γεννήθηκες;; Και όμως εμενα μου συμβαίνει τελευταία και αυτό! Έχει πάψει
να μου αρέσει αυτή εδώ η πόλη που πνίγει τα πνευμόνια μας με “
καυσαέριο” κυριολεκτικά αλλά και μεταφορικά.
Δεν μου αρέσει γιατί όταν πηγαίνω να βρω καταφύγιο στη δημόσια
βιβλιοθήκη εκεί συναντώ λίγους και αυτοί δεν είναι απόλυτα σιωπηλοί και
βυθισμένοι σε ένα βιβλίο και στις σημειώσεις τους.Οταν πάλι βγαίνω να
περπατήσω δεν μου αρέσει γιατί βλέπω αποτσίγαρα στους δρόμους πεταμένα
και το εκπληκτικό αττικό φως , φωτίζει τα όμορφα φυσικά τοπία της
που είναι πια βρώμικα και βεβηλωμένα.
Δεν μου αρέσει γιατί οι δημιουργικοί άνθρωποι που συναντάει κάποιος
σε αυτή τη πόλη, μοιάζουν απαρηγόρητοι, περιθωριοποιημένοι και
μόνοι -βασανισμένοι από “
καννίβαλους“ που ρουφούν, δίχως να εκτιμούν, την φαιά τους ουσία.
Δεν μου αρέσει γιατί βλέπω ανθρώπους υποταγμένους στα βλέμματα μιας
κοινωνίας παράταιρης, άνομης αλλά και βαθιά υποκριτικής. Ανθρώπους που
κυνηγούν τα λάθος πράγματα, για να κερδίσουν την εκτίμηση λάθος
ανθρώπων.
Δεν μου αρέσει γιατί οι πολιτικοί μας αρχηγοί, ζήτησαν ψήφο για την
αξιοπρέπεια του τίτλου και της θέσης μόνο. Aν ξεγυμνώσεις όλους τούτους
απο τα αξιώματα και τα σινιέ κουστούμια θα δεις ότι πολύ λίγοι θα
έχουν εκείνη την ποιότητα της αξιοπρέπειας που δίνει η ελευθερία της
γύμνιας του κορμιού.Δεν μου αρέσει γιατί οι πολίτες της συνδέουν την
πολιτική με τους πολιτικούς.
Δεν μου αρέσει που δεν βλέπω πια γύρω μου ανθρώπους να ονειρεύονται.
Και όσοι ακόμα το κάνουν έχουν χαμένη τη σπιρτάδα από τα μάτια τους,
γιατί προτίμησαν τη σιωπή από τη μοναξιά